Παιγνιοθεραπεία: ένας τρόπος να βοηθήσει κανείς τα παιδιά να διαχειριστούν τον κόσμο των ματαιώσεων και των συναισθημάτων.

παιγνιοθεραπεία

Πως μπορούμε να φανταστούμε ένα παιδί μακριά από τα παιχνίδια του, μακριά από τα χρώματα και τα σχήματα που κοσμούν ζωηρά ένα παιδικό δωμάτιο διάφορες φιγούρες και κάστρα, δεινόσαυροι και κούκλες, παραμύθια και μπλοκ ζωγραφικής; Ο πρώτος κόσμος που απλώνεται μπροστά στα μάτια ενός παιδιού, μέσα στον οποίο φαίνεται παντοδύναμος για να τον χειριστεί και να τον ελέγξει είναι ο κόσμος των παιχνιδιών.

Σε αυτόν τον κόσμο βρίσκει έδαφος η παιγνιοθεραπεία με σκοπό την περαιτέρω διερεύνηση του συναισθηματικού κόσμου των παιδιών!

Τι συμβαίνει λοιπόν μέσα στον κόσμο των παιχνιδιών; Η ώρα του παιχνιδιού για ένα παιδί, φαντάζει μία αναγκαία διαφυγή από τις καθημερινές σχολικές και αθλητικές δραστηριότητες, φαντάζει ένα καταφύγιο μέσα στο οποίο συναντάει  τον δικό του ταιριαστό φανταστικό περιβάλλον, με τους πιστούς φίλους του (=τα παιχνίδια) να τον περιμένουν στημένοι για να αρχίσει η ώρα τους.

«Ό,τι χρειάζεται η ψυχή ενός παιδιού είναι το φως του ηλίου, τα παιχνίδια, το καλό παράδειγμα και λίγη αγάπη».

Φ. Ντοστογιέφσκι

Συνοπτικά θα παρουσιάσω την παιγνιοθεραπεία, ως μία προσωποκεντρική και εξατομικευμένη θεραπεία, που απευθύνεται σε όλα τα παιδιά και όχι περισσότερο στα παιδιά που παρουσιάζουν κάποια ειδική ανάγκη κατά το πέρας της αναπτυξιακής τους πορείας. Η παιγνιοθεραπεία, τοποθετεί στο κέντρο της τη φυσική διαδικασία του παιχνιδιού και ασπάζεται τον πολύτιμο ρόλο που αυτό παίζει στη ζωή των παιδιών.

Μέσα από την παιγνιοθεραπεία δίνονται   ευκαιρίες στα παιδιά προσχολικής, σχολικής και πρώτης εφηβικής ηλικίας να αποκωδικοποιήσουν ασαφή, ανάμεικτα συναισθήματα και ενοχλητικά γεγονότα, τα οποία έχουν μείνει εκκρεμή από το παρελθόν και  συγχρόνως τους παρέχει ερεθίσματα να οραματιστούν και να φανταστούν το μέλλον τους και τον κόσμο τους, σύμφωνα με την ιδιοσυγκρασία και τις επιθυμίες τους.

Και όταν το παιχνίδι αρχίζει…

1.Το παιδί μέσα από το παιχνίδι επιτυγχάνει υψηλά επίπεδα χαλάρωσης, κάτι που τον βοηθάει να εξωτερικεύσει τις ενδοβεβλημμένες αναπαραστάσεις, σκέψεις και άλλες συγκινησιακές μνήμες που μπορεί να τον βαραίνουν.

2. Ανακαλύπτει τον κόσμο του και έρχεται πιο κοντά με τις βαθύτερες ανησυχίες του. Εκφράζει απορίες και ερωτήσεις, που ίσως ακόμα δεν είναι έτοιμο να τις εκφράσει στο εγγύτερο οικογενειακό περιβάλλον, ενώ παράλληλα καταφέρνει το ίδιο το παιδί να ανακαλύπτει τις απαντήσεις του μέσα από τον δικό του τρόπο σκέψης.

3. Επιπλέον μέσα σε όλα αυτά, το παιδί κατά την διάρκεια του παιχνιδιού βελτιώνει την κιναισθητική του δεξιότητα. Χρησιμοποιεί όλες τις αισθήσεις του, τις γνωστικές του λειτουργίες, όπως για παράδειγμα την μνημονική ανάκληση, την σχέση αιτίου-αποτελέσματος, τους υπολογισμούς κ.α. και τα συνδυάζει όλα αυτά με την συναισθηματική έκφραση.

4. Η γλωσσική του έκφραση, επίσης, αρχίζει να αναπτύσσεται γοργά, ενώ ταυτόχρονα παρόμοια ανάπτυξη παρατηρείται στο λεξιλόγιο, στο ύφος και στον χρωματισμό που υιοθετεί κάθε φορά, ανάλογα με το είδος του διαλόγου που κάνει με το αντίστοιχο παιχνίδι.

5. Στην συνθήκη του δυαδικού παιχνιδιού, το παιδί αρχίζει να δοκιμάζει και να επεξεργάζεται τα όρια της προσωπικότητάς του. Μαθαίνει να μοιράζεται και να δίνει χώρο και χρόνο στον συμπαίκτη του, να διατηρεί και να προφυλάσσει τα δικά του όρια και επιθυμίες, χρησιμοποιώντας αποτελεσματικά όλες τις παραπάνω προαναφερθείσες γλωσσικές και γνωστικές του ικανότητες για να επιτύχει μία αρμονική επικοινωνία.

6. Η δημιουργία, μία πολυσήμαντη διάσταση του παιχνιδιού, συγκαταλέγεται στις πιο θεραπευτικές δράσεις του. Η δημιουργία και η προσωπική ικανοποίηση που ενυπάρχει σε αυτήν, ενισχύει την αυτό-εικόνα και την αυτοπεποίθηση των παιδιών. Αναγνωρίζουν καλύτερα τον εαυτό τους και αποκτούν σιγά σιγά την αίσθηση της αυτό-αποτελεσματικότητας, η οποία με την σειρά της θα λειτουργήσει θετικά στην διαδικασία επίτευξης στόχων σε μεγαλύτερη ηλικία.

7. Τα παιδιά παίζοντας καταφέρνουν να έρθουν πιο κοντά με το φυσικό περιβάλλον, στο οποίο διεξάγεται το παιχνίδι. Για παράδειγμα, αν δύο μικρά κοριτσάκια ηλικίας 10 χρονών παίζουν με τα κουζινικά τους σε μία μικρή και πολύχρωμη απομίμηση κουζίνας, μαθαίνουν να ονομάζουν τις συσκευές και να τις χρησιμοποιούν, να κατηγοριοποιούν τα τρόφιμα, και τα κουζινικά εργαλεία και γενικότερα να οικειοποιούνται διαδικασίες που στο μέλλον θα τους βοηθήσουν να έχουν μία υποτυπώδη γνώση για το πως χρησιμοποιούμε την κουζίνα.

Παρόμοιο παράδειγμα θα φέρω και για το φυσικό περιβάλλον μίας πολυσύχναστης παιδικής χαράς. Το παιδί έρχεται κοντά με όλα τα στοιχεία της φύσης, δοκιμάζει την αίσθηση της αφής του, πιάνοντας νωπό χώμα ή βρεγμένο χορτάρι, εξασκεί την όσφρησή του, μυρίζοντας λογής λογής λουλούδια, καρπούς, ζώα κτλ.

Η συχνή επαφή με τα φυσικά στοιχεία του περιβάλλοντος, οδηγεί στην ομαλή εξέλιξη των αισθητηριακών λειτουργιών και στην ακόμα καλύτερη προσαρμοστικότητα που επιδεικνύουμε στα επόμενα περιβάλλοντα και συνθήκες που θα βρεθούμε.

8. Το παιχνίδι φέρνει πιο κοντά τα παιδιά, με αποτέλεσμα να μάθουν να συνεργάζονται και να συνυπάρχουν με άλλα άτομα, τα οποία μπορεί να εμφανίζουν διαφορετικά εξωτερικά χαρακτηριστικά. Αρχίζουν δειλά δειλά να διαβάζουν τα συναισθήματα του άλλου, να δείχνουν εμπάθεια στις συγκινησιακές καταστάσεις και στις προστριβές που φέρνει η διαδικασία του παιχνιδιού.

Είναι εκπληκτικό πώς ένα παιδί μπορεί να ενσυναισθανθεί την θλίψη του άλλου και να μην φοβηθεί να σταθεί δίπλα του , με σκοπό να τον κάνει να νιώσει καλύτερα. Η ενσυναίσθηση και η εμπάθεια, τα δύο πιο βασικά κοινωνικά χαρακτηριστικά που οδηγούν σε ψυχική ανθεκτικότητα, επιτυγχάνονται κατά την διάρκεια του παιχνιδιού με μεγάλη αποτελεσματικότητα.

9. Η καλλιέργεια της κοινωνικής αντίληψης έπεται μετά τα δείγματα επαρκούς ύπαρξης ενσυναίσθησης. Τα παιδιά, όπως ανέφερα και προηγουμένως δεν βρίσκουν εμπόδια σε εξωτερικά χαρακτηριστικά και στερεότυπα. Μπροστά στο κίνητρο για παιχνίδι και διασκέδαση, αποδέχονται όχι μόνο τον συμπαίκτη όπως είναι, αλλά πολύ περισσότερο τον ίδιο τους τον εαυτό, αφού η διεξαγωγή του παιχνιδιού απαιτεί μια αυθεντική και ειλικρινής έκθεση του εσωτερικού κόσμου του παιδιού.

Τελικά, φτάνουμε στο συμπέρασμα να πούμε ότι το παιχνίδι διακατέχει τόση δύναμη, όση χρειάζεται για να εξαλειφθούν και να περιοριστούν φαινόμενα παιδικής βίας, ρατσισμού, προκαταλήψεων, κατάθλιψης, μοναξιάς και περιθωριοποίησης.

«Όταν ο Ντεκρολύ στην αυγή του αιώνα μας, θεμελίωνε το εκπαιδευτικό όραμα στην αρχή “de la vie pour la vie”, ξεκινούσε από την πεποίθηση ότι δε θα μπορέσει να μορφώσει το παιδί για την αυριανή του ύπαρξη παρά μόνο όταν θα του μάθει να ΖΕΙ τα παιδικά του χρόνια».

Α. Medici, Η Νέα Αγωγή