Η σημασία της καθολικότητας στην διαδικασία της Ψυχοθεραπείας

i-simasia-tis-katholikotitas

Η έννοια της καθολικότητας ορίζει σε έναν μεγάλο βαθμό την πορεία που μπορεί να χαράξει η διαδικασία της ψυχοθεραπείας, εφόσον βέβαια ο ψυχοθεραπευτής  καταφέρει να την μυήσει στην θεραπεία με έναν απλό και κατανοητό τρόπο προς τον ασθενή.

Η καθολικότητα έτσι όπως ακριβώς περιγράφεται από τον ομότιμο καθηγητή ψυχιατρικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Στανφορ Irvin D. Yalom στο εγχειρίδιο «Θεωρία και Πράξη της Ομαδικής Ψυχοθεραπείας», λαμβάνει τον ρόλο ενός πολύ σημαντικού εργαλείου, το οποίο  καταφέρνει να ελαφρύνει το βάρος που κουβαλάει μαζί του ο ασθενής πριν την εξοικείωση του με την διαδικασία της ατομικής ή ομαδικής θεραπείας.

Λίγο πολύ, οι περισσότεροι ψυχοθεραπευτές , σύμβουλοι ψυχικής υγείας και ψυχολόγοι έχουν έρθει αντιμέτωποι με το μεγάλο φορτίο της μοναδικής συμφοράς που σηκώνουν στις πλάτες τους οι ασθενείς στις πρώτες ατομικές ή ομαδικές συνεδρίες, πιστεύοντας ότι είναι οι μοναδικοί άνθρωποι που συναντούν την δυστυχία και την απόγνωση σε αυτόν τον βαθμό. Είναι προφανές ότι οι ασθενείς που μυούνται για πρώτη φορά στην  διαδικασία αναζήτησης της ψυχικής τους ισορροπίας και της  εκκαθάρισης  του «κακού» που τους αναστατώνει και τους αποδιοργανώνει, κατακλύζονται συχνά  από αρνητικές σκέψεις, δυσλειτουργικές φαντασιώσεις και τρομακτικές παρορμήσεις, οι οποίες έρχονται και ριζώνουν στο υποσυνείδητο με επιθετικό και ορμητικό χαρακτήρα. Βέβαια ως έναν βαθμό αυτό ισχύει για όλους τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα ή μία δυσκολία ανεξάρτητα του βαθμού σοβαρότητας που παρουσιάζουν. Στην περίπτωση όμως των συμμετεχόντων  σε θεραπευτικές συνεδρίες  επικρατεί μία ενισχυμένη αίσθηση της μοναδικότητας του προβλήματός τους, λόγω της ακραίας κοινωνικής απομόνωσης και της μειωμένης κοινωνικής δεξιότητας να συνάψουν διαπροσωπικές  σχέσεις, οι οποίες ανακουφίζουν και θεραπεύουν μέσω της  επικοινωνίας και της ενσυναίσθησης.

Επειδή θα χρησιμοποιήσουμε συχνά τον όρο «ενσυναίσθηση», είναι σημαντικό να δώσουμε μία ακριβή περιγραφή για την ικανότητα του ανθρώπου να συναισθάνεται τους γύρω του, στο κοντινό και γενικότερα στο ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. H ενσυναίσθηση αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές ιδιότητες της συναισθηματικής νοημοσύνης. Είναι αυτή που καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την επιτυχία στην σύναψη των διαπροσωπικών σχέσεων. Στην βάση της κατάκτησης της ενσυναίσθησης, εντοπίζεται η αναγνώριση και η κατανόηση των συναισθημάτων των άλλων και προσχωρώντας σε μία πιο σφαιρική οπτική εντοπίζεται η αναγνώριση της ύπαρξης ενός άλλου, διαφορετικού, μοναδικού ανθρώπινου οργανισμού, στην αλληλεπίδραση με τον οποίο διαφαίνεται η τάση για επικοινωνία και προσαρμογή, με απώτερο στόχο την σύναψη ενός υγιούς δεσμού. Αυτό που θα πρέπει να διευκρινιστεί είναι ότι η ενσυναίσθηση δεν εξυπηρετεί μία απλή αναγνώριση των συναισθημάτων και της συγκινησιακής κατάστασης των άλλων, αλλά ανυψώνει και διαφωτίζει την διαδικασία της επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, για να ικανοποιηθεί η αναμφισβήτητη κοινωνική τάση του  να συνυπάρχει με άλλους σε μικρές ή μεγάλες ομάδες.

Σκοπός του θεραπευτή είναι να εμπλουτίσει την θεραπευτική διαδικασία με ένα πνεύμα ανακούφισης ως αποτέλεσμα της συμμετοχής του θεραπευόμενου σε μία δυαδική ή ομαδική αλληλεπίδραση, η  οποία έρχεται να τον αποφορτίσει  από το βάρος των αρνητικών και ενοχικών σκέψεων, όπως για παράδειγμα ότι αξίζει να του συμβαίνουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει, ότι μόνο αυτός έρχεται αντιμέτωπος με την δυστυχία και την ματαιότητα της ζωής ή ότι βρίσκεται στο περιθώριο λόγω της μοναδικότητας του προβλήματος που φέρει μαζί του στην θεραπευτική συνεδρία. O θεραπευτής πρέπει με πολύ λεπτούς χειρισμούς και δεξιοτεχνία να διαχειριστεί αποτελεσματικά την αντιμεταβίβαση που συμβαίνει κατά  την διάρκεια της ατομικής ή ομαδικής ψυχοθεραπέιας, να συναισθανθεί με τρυφερότητα τον πόνο και την απόγνωση του θεραπευόμενου, χωρίς όμως να αφήσει να αναδυθούν συναισθήματα και χειρονομίες λύπησης  και στεναχώριας για την θέση στην οποία βρίσκεται. Η ενσυναίσθηση του θεραπευτή προς το πρόβλημα που φέρει μαζί του ο θεραπευόμενος στηρίζεται κυρίως στην τάση του πρώτου να αναιρέσει το αντιληπτικό σχήμα του δεύτερου, ότι το πρόβλημα δηλαδή προοριζόταν συγκεκριμένα σε αυτόν, γιατί έκανε κάτι λάθος ο ίδιος ή ότι απλώς  είναι αποτέλεσμα των πράξεων του και των σκέψεων του. Η καθολικότητα των προβλημάτων είναι ένα από τα πιο βασικά εργαλεία του θεραπευτή και αν την μυήσει σωστά μέσα στην θεραπευτική διαδικασία, χωρίς να κάνει αλόγιστη και άσκοπη χρήση της, θα  έχει γρήγορα αποτελέσματα στην παγίωση των νέων αντιληπτικών σχημάτων που θα καλωσορίσει ο θεραπευόμενος.

Η έννοια της καθολικότητας μέσα στην θεραπευτική συνάντηση έρχεται να υπενθυμίσει σε αυτόν που συμμετέχει ότι δεν είναι μόνος του σε αυτό που καλείται να αντιμετωπίσει. Η διάψευση της μοναδικότητας του θεραπευόμενου γίνεται φανερή σε όλο το εύρος κυρίως της ομαδικής θεραπείας, στην οποία οι συμμετέχοντες οδηγούνται στην αυτό-αποκάλυψη των οδυνηρών για αυτούς εμπειριών και στην επακόλουθη σταδιακή ανακούφιση, μπροστά στην συνειδητοποίηση ότι υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που μοιράζονται τις ίδιες ανησυχίες, άγχη, φόβους και φαντασιώσεις. Η ανάδυση της καθολικότητας στον τρόπο που αντιμετωπίζουν οι θεραπευόμενοι τα προβλήματα και τις δυσκολίες τους  κάνει έντονη την εμφάνιση της κυρίως στις ομαδικές θεραπείες. Αυτό, ως εκ τούτου είναι φυσικό, εφόσον εκεί που θα μοιραζότανε το βάρος του πόνου με τον ψυχοθεραπευτή σε ένα δυαδικό σχήμα μέσα στην συνεδρία, τώρα έρχεται να μοιράσει το βάρος και την ενοχική του διάθεση με μία ομάδα ανθρώπων που αντιμετωπίζουν την ίδια φύση προβλημάτων. Ο συμμετέχων στην ομαδική ψυχοθεραπεία, δεν αποτελεί το επίκεντρο της προσοχής, αλλά γίνεται ένα ζωτικό μέλος ενός πυρήνα, που θα αποτελέσει την απαρχή ενός ζωντανού και ενεργού οργανισμού. Ο θεραπευόμενος  στην ομαδική θεραπεία αναλαμβάνει ένα διττό ρόλο κατά την διάρκεια της διεξαγωγής της, γίνεται πομπός και δέκτης των συναισθηματικών μηνυμάτων που ανταλλάζονται μεταξύ τους. Από την μία πλευρά γίνεται αυτός ο οποίος ανακουφίζεται από τις σκέψεις και τα συναισθήματά του μοιράζοντάς τα με τους υπόλοιπους συνθεραπευόμενους και από την άλλη γίνεται αυτός που παίρνει το βάρος των προβλημάτων από τους υπόλοιπους συμμετέχοντες επιστρατεύοντας τις λεπτές ικανότητες της ενσυναίσθησης. Η ομαδική θεραπεία είναι ένας οργανισμός που βρίσκεται σε συνεχή και άμεση αλληλεπίδραση και τα αποτελέσματα αυτής της αλληλεπίδρασης παρουσιάζονται αβίαστα και απροκάλυπτα στις διαπροσωπικές σχέσεις ανάμεσα στους συμμετέχοντες μέσα στα πλαίσια της θεραπείας.

Η σημασία της καθολικότητας είναι ζωτικής σημασίας  για την αποφυγή αγχογόνων καταστάσεων και λειτουργεί αποτελεσματικά, όχι μόνο μέσα στα πλαίσια μίας θεραπευτικής συνεδρίας, αλλά και στην αντιμετώπιση προβλημάτων στο πέρας του καθημερινού βίου. Η αίσθηση ότι μοιραζόμαστε με άλλους ανθρώπους παρόμοιες τραυματικές εμπειρίες ή ότι σηκώνουμε το βάρος από παρόμοιες δυσκολίες που δεν επιλέξαμε οι ίδιοι να γίνουμε φορείς, πολλές φορές αποτελεί από μόνο του καταπραϋντικό φάρμακο και μας δίνει κουράγιο και δύναμη να συνεχίσουμε να πορευόμαστε αγκαλιά με τα βιώματα μας και τα συνεπακόλουθά τους.